Το δυσβάσταχτο κόστος παραγωγής, σε συνδυασμό με τους αδιάθετους τόνους, οδηγούν σε άλλες λύσεις τους ανθρώπους της υπαίθρου.
Οι αγρότες της Δυτικής Θεσσαλονίκης είναι στα κάγκελα και όχι άδικα. Η βασική ορυζοπαραγωγός περιοχή της χώρας αιμορραγεί. Οι αγρότες εγκαταλείπουν τα ρυζοχώραφά τους, αφού με τις τιμές που κυριαρχούν στην αγορά από τους ορυζόμυλους δεν βλέπουν να υπάρχει λόγος συνέχισης της δραστηριότητας, μιας και οδηγούνται σε συνεχείς ζημιογόνες χρονιές, με το κέρδος να αγνοείται.
«Εάν το ρύζι μας το αγοράζουν 0,23 ή στην καλύτερη περίπτωση 0,25 ευρώ το κιλό ενώ το κόστος παραγωγής είναι στα 0,40 ευρώ ανά κιλό ποιος είναι ο λόγος για να συνεχίσουμε να παράγουμε», λέει στον «Ε.Α.» ο Κώστας Ρούζιος, νέος αγρότης από τα Κύμινα της Θεσσαλονίκης, που επέλεξε να κάνει οικογένεια στο χωριό του, συνεχίζοντας της δραστηριότητα των γονιών του.
Ο ίδιος έχει αποφασίσει να παλέψει και να συνεχίσει να πλημμυρίζει κάθε Μάη τα χωράφια του ώστε να καλλιεργεί μακρύσπερμες και μεσόσπερμες ποικιλίες. Δεν ισχύει ωστόσο το ίδιο για πολλούς άλλους αγρότες στην περιοχή. Στη γειτονική Χαλάστρα, αρκετοί είναι αυτοί που βλέπουν ότι δεν μπορούν να τα βγάλουν πέρα και εγκαταλείπουν το επάγγελμα. Κάποιοι εξ αυτών αναζητούν εργασίες σε εργοστάσια στις γειτονικές ΒΙΠΕ της Σίνδου και του Καλοχωρίου, ενώ ορισμένοι «μεταναστεύουν» προς τη Θεσσαλονίκη, επιλέγοντας να ζήσουν στη μεγαλούπολη των μεγαλύτερων και περισσότερων ευκαιριών.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που έχουν στα χέρια τους οι αγρότες, από τη νέα καλλιεργητική περίοδο, περίπου 5.000 στρέμματα ρυζοχώραφα θα μείνουν άσπαρτα. Και μπορεί ο αριθμός αυτός να φαντάζει μικρός μπροστά στα περίπου 150.000 στρέμματα ορυζώνων της περιοχής, ωστόσο είναι η πρώτη φορά που στην παραποτάμια περιοχή του Αξιού δεν θα πέσουν σπόροι σε χωράφι.
«Γεμάτα τα σιλό»
Ο Κώστας Σέφης είναι φίλος του Κώστα Ρούζιου και πρόεδρος του συνεταιρισμού Κυμίνων-Μαλγάρων. Και αυτός νέος αγρότης επιμένει να παλεύει στο χωριό που γεννήθηκε και να συνεχίσει την παράδοση της καλλιέργειας ρυζιού που υπάρχει στην περιοχή μετά το τέλος του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου.
Ωστόσο η κατάσταση στην αποθήκη του είναι αποκαρδιωτική. Ο καρπός που συγκόμισε παραμένει μέσα σε αυτή αδιάθετος.
«Δεν αγοράζουν το ρύζι μας. Την ίδια ώρα βλέπουμε να έρχονται ολόκληρες καραβιές με ρύζι από την Καμπότζη και την Μιανμάρ. Αλλά δεν είναι αυτό το κακό. Το κακό είναι ότι με τόσο αδιάθετο ρύζι στις αποθήκες μας, εάν πάμε ακόμα και τώρα σε ένα σούπερ μάρκετ στα συσκευασίες με το ρύζι γράφουν όλα ότι είναι ελληνικό. Όπως καταλαβαίνετε οι ελληνοποιήσεις ασιατικού ρυζιού αμφιβόλου ποιότητας είναι συνεχείς, ενώ εμείς παράγουμε προϊόν με όλα τα ευρωπαϊκά στάνταρ», λέει ο Κώστας Σέφης στον «Ε.Α.».
Και όλα αυτά με τα αγροεφόδια να μένουν σε τιμές της περιόδου που η τιμή παραγωγού ήταν στα 0,55 ευρώ…
Καμπανάκι απειλής με την Mercosur
Την ίδια ώρα, σαν να μην έφταναν όλα όσα έχουν να αντιμετωπίσουν, οι αγρότες των Κυμίνων, των Μαλγάρων, της Χαλάστρας, του Αδένδρου και της Βαλμάδας, έχουν να αντιμετωπίσουν και την απειλή της Mercosur.
Όπως λέει στον «Ε.Α.» ο Κώστας Ανεστίδης, μεγαλοκαλλιεργητής ρυζιού και γνωστός αγροτοσυνδικαλιστής, «αφού βιώσαμε τον τυφώνα των αθρόων και ανεξέλεγκτων εισαγωγών από φτωχές ασιατικές χώρες, με την αγορά μας να γεμίζει με αμφιβόλου ποιότητας ρύζι έχουμε τώρα και έναν ακόμα πονοκέφαλο, την εισαγωγή ρυζιού από τη Νότια Αμερική».
Σύμφωνα με τον ίδιο, μια τέτοια συμφωνία που ουσιαστικά ευνοεί χώρες με αυτοκινητοβιομηχανίες στην Ευρώπη ώστε να πωλούν φθηνά οχήματα στις λατινοαμερικάνικες χώρες, αποτελεί την ταφόπλακα για την πρωτογενή παραγωγή του ευρωπαϊκού νότου.
«Εάν έρχεται ρύζι με τιμή παραγωγού στα 0,15 ευρώ το κιλό από τη Βραζιλία, εμείς δεν έχουμε μέλλον», λέει χαρακτηριστικά ο Κώστας Ανεστίδης.
Πηγή: ellinasagrotis.gr
