Πως η ανεύθυνη γεωργία δηλητηρίασε τα υδάτινα αποθέματα.

Μετέφρασε και επιμελήθηκε ο Μώμος,
για το agropublic.gr

Σχεδόν το 50% των υπογείων υδάτινων αποθεμάτων της Ισπανίας είναι μολυσμένα, σύμφωνα με το Υπουργείο Οικολογικής Μετάβασης της χώρας. Αυτό δημιουργεί μεγάλα προβλήματα, επηρεάζοντας άμεσα την παροχή πόσιμου νερού σε αρκετές πολιτείες.

Οι υδροφορείς είναι απαραίτητοι για την παροχή νερού τοπικών πληθυσμών. Πρόκειται για φυσικά υδάτινα αποθέματα που τροφοδοτούν ρεύματα και ποτάμια και συλλέγουν βρόχινο νερό, πολύτιμο σε περιόδους ξηρασίας.

Οι ρύποι που εκπέμπονται από τη γεωργία μικρής και μεγάλης κλίμακας, μαζί με την υπερβολική εξόρυξη υπογείων υδάτων για οικονομικούς λόγους, είναι τα βασικά αίτια της κακής κατάστασης των ισπανικών υδροφορέων. Σύμφωνα με το αντίστοιχο υπουργείο έχει ολοκληρωθεί μόνο το 41% των δράσεων που είχαν προβλεφθεί για το υδάτινο σχέδιο 2016-2021.


Νιτρικά Άλατα


Ο κύριος μολυντής των υπόγειων υδάτων είναι τα νιτρικά άλατα, ένα ορυκτό λίπασμα που χρησιμοποιείται ευρέως στη γεωργία και λόγω υψηλής διαλυτότητας περνά εύκολα από τα επιφανειακά στα υπόγεια ύδατα. Πέρυσι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επέβαλε κυρώσεις στην Ισπανία για υπέρβαση του επιτρεπόμενου επιπέδου νιτρικών αλάτων.


Οι ακτές της Μεσογείου της Ισπανίας πλήττονται από νιτρική ρύπανση και πιο πολύ η περιοχή της Βαλένθια. Ο Μπρούνο Μπαγιεστέρος, επικεφαλής του Τμήματος Γεωλογικών και Μεταλλευτικών Ερευνών του Ινστιτούτου της Βαλένθια, υποστηρίζει ότι η ρύπανση από νιτρικά άλατα είναι η μεγαλύτερη πρόκληση στη διατήρηση υγιών υδάτινων πόρων. 453 φυσικές αποθήκες πόσιμου νερού της περιοχής εκτίθενται καθημερινά σε ρυπαντική δραστηριότητα. Σημειώνει: “Είναι μια διαδικασία που βρίσκεται σε εξέλιξη για μεγάλο χρονικό διάστημα και έχει μολύνει μεγάλες ποσότητες υπογείων υδάτων”.

Οι ρύποι θα συνεχίζουν να εξαπλώνονται δυσκολεύοντας την αναστροφή της διαδικασίας. Ειδική επιτροπή του Περιφερειακού Κοινοβουλίου της Βαλένθια ανέλυσε την υδάτινη ρύπανση στην περιοχή επί τρία συναπτά έτη για εξεύρεση λύσης. Τα αποτελέσματα παρουσιάστηκαν το 2018 και έδειξαν
ότι περίπου 216.000 άνθρωποι – σ.σ. το 4,3% του πληθυσμού της περιοχής – ζουν σε περιοχές που το επίπεδο νιτρικών αλάτων στο νερό οικιακής χρήσης υπερβαίνει το προβλεπόμενο.

Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (ΠΟΥ) εκτιμά ότι για αποφυγή τοξικών επιδράσεων, η συγκέντρωση νιτρικών αλάτων στο πόσιμο νερό δεν πρέπει να ξεπερνά τα 50 χιλιοστόγραμμα ανά λίτρο [ mgr / E]. Παρ’ όλα αυτά, σύμφωνα με το Ινστιτούτο Γεωλογικών και Μεταλλευτικών Προϊόντων, σε ορισμένες περιοχές της Βαλένθια η περιεκτικότητα φτάνει το μισό γραμμάριο ανά λίτρο ( 500 mgr / E ).


Η νιτρική ρύπανση των υδάτων της Βαλένθια εντοπίστηκε για πρώτη φορά πίσω στη δεκαετία του. Με ανανέωση των εγκαταστάσεων, δημιουργία εγκαταστάσεων επεξεργασίας νερού και εκμετάλλευση των επιφανειακών υδάτων, μειώθηκε ο αριθμός των εκτιθέμενων κατοίκων σε 4,3% το 2019
από 18,1% το 1990. Ωστόσο η Γκραθιέλα Φερέρ, ειδικός στα υπόγεια ύδατα, υποστηρίζει ότι αυτές οι βελτιώσεις αύξησαν το κόστος του νερού για τους πολίτες. Ταυτόχρονα κοινωνικές και περιβαλλοντικές οργανώσεις ισχυρίζονται ότι το ζήτημα επιδεινώνεται παρά επιλύεται. Ο Πάκο Σανθ ζει στη Λα Ριβέρα, μία από τις πιο ρυπασμένες νιτρικά περιοχές. Ο ίδιος δηλώνει: “Οι πληττόμενες περιοχές αυξάνονται συνεχώς”.

Σύμφωνα με το Σανθ οι αρχές δεν αντιμετωπίζουν το πρόβλημα στην πηγή του, αλλά ενισχύουν αμφιβόλου ποιότητας εναλλακτικές: “Σε αυτές τις περιοχές το καθαρό πόσιμο νερό που προέρχεται από εγκαταστάσεις επεξεργασίας αναμιγνύεται με το μολυσμένο νερό των χωριών, με την προϋπόθεση το επίπεδο των νιτρικών να μην υπερβαίνει τα 50 χιλιοστόγραμμα ανά λίτρο”. Όμως σύμφωνα με την Οδηγία – Πλαίσιο της Ε.Ε. για τα Ύδατα το πόσιμο νερό πρέπει να είναι «της καλύτερης δυνατής ποιότητας».

Σύμφωνα με το Σανθ αυτό το αγνοούν οι αρχές της Βαλένθια. Σαν ακτιβιστής προβληματίζεται έντονα: “Είναι δύσκολο να βρεις συμμάχους σε αυτή την προσπάθεια. Οι άνθρωποι ζουν πολλά χρόνια με αυτό το πρόβλημα. Συνήθισαν να αγοράζουν εμφιαλωμένο νερό και δεν πίνουν πλέον από τη βρύση”. Σχετική έκθεση του κοινοβουλίου της Βαλένθια απέφυγε να αναλύσει τις συνέπειες που έχει στην ανθρώπινη υγεία η μόλυνση του πόσιμου νερού με νιτρικά άλατα. Αντ’ αυτού ενθάρρυνε μελλοντικές μελέτες να κινηθούν προς αυτή την κατεύθυνση.

Η ανευθυνότητα του γεωργικού συστήματος

Η κύρια πηγή μόλυνσης του νερού είναι τα γεωργικά λιπάσματα. Ο Μπαγιεστέρος βλέπει και μία άλλη διάσταση του προβλήματος: “Οι αγρότες πιστεύουν ότι η συγκομιδή τους θα αυξηθεί αν χρησιμοποιήσουν περισσότερα λιπάσματα, την ίδια στιγμή που οι βιομηχανίες παραγωγής λιπασμάτων ενδιαφέρονται να αυξήσουν τους πελάτες τους”.

Ωστόσο έργα που χρηματοδοτούνται από την Ε.Ε. σε συνεργασία με αγρότες, όπως το FERTINNOWA, αντικαθιστούν τα ρυπογόνα χημικά λιπάσματα με οργανικά, με στόχο την ανάπτυξη νέων βιώσιμων γεωργικών πρακτικών.


“Όχι μόνο αγρότες και έμποροι αλλά και ορισμένοι τεχνικοί, δεν γνωρίζουν πραγματικά τις επιδράσεις των λιπασμάτων. Είναι μια σοβαρή ανησυχία επειδή η μόλυνση αυτή προσβάλει πρώτα και κύρια την πολύτιμη και ευάλωτη αγροτική ύπαιθρο”, τονίζει η Ντολόρ Ρόκα, υπεύθυνος αγροσυστημάτων στο Ινστιτούτο Γεωργικών Ερευνών της Βαλένθια (IVIA).


Η Ν.Ρόκα συνιστά για αρχή την αποφυγή συνηθισμένων ως τώρα ρυπαντικών πρακτικών, όπως η ρίψη λιπασμάτων στο δίκτυο άρδευσης και εν συνεχεία και προς αντιμετώπιση του προβλήματος τη στροφή στην χρήση αποκλειστικά οργανικών προϊόντων.
Κυρίως οι ηλικιωμένοι επαγγελματίες και οι παραδοσιακές συνήθειες και πρακτικές, δυσκολεύουν την καθολική εφαρμογή τέτοιων αλλαγών. Ο Σανθ ζητά το αυτονόητο, την εφαρμογή του Κώδικα Ορθής Πρακτικής και των σχεδίων δράσης που έχουν τεθεί εδώ και χρόνια για καλύτερη παρακολούθηση και αξιολόγηση από την περιφερειακή διοίκηση.


Επιδείνωση του προβλήματος από την υπερεκμετάλλευση


Οι υδροφορείς είναι κρίσιμοι πόροι για άνυδρες περιοχές ή περιοχές που επηρεάζονται από την κλιματική αλλαγή, επειδή παρέχουν νερό σε περιόδους λειψυδρίας”, συμπληρώνει ο Μπαγιεστέρος: “Είναι
ένας φυσικός και αποτελεσματικός τρόπος αποθήκευσης νερού, καθώς τα επιφανειακά νερά εκτίθενται σε εξάτμιση και ξηρασία”.


Η υπερβολική άντληση από υδροφορείς εμποδίζει τη φυσική ανάκαμψη της ποσότητας νερού που διαθέτουν, στα φυσιολογικά της επίπεδα, όταν στις παράκτιες περιοχές η ισορροπία μεταξύ γλυκού και αλμυρού νερού πάντα θα διαταράσσεται. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα τη διαρκή μείωση των αποθεμάτων πόσιμου νερού.


Η Φερέρ εξηγεί ότι το πρόβλημα της υπερεκμετάλλευσης συνδέεται άμεσα με την Ενιαία Γεωργική Πολιτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μέρος της οποίας είναι η Ισπανία από το 1966: “Οι επιδοτήσεις της ΕΓΠ συνδέονται με την παραγωγή.

Η αύξηση της παραγωγής προϋποθέτει άρδευση μεγαλύτερης έκτασης γης, με αποτέλεσμα την υπερεκμετάλλευση των υδροφορέων”. Απουσία ελέγχου στην εκμετάλλευση των υδροφορέων και αλόγιστες εξορύξεις χωρίς μετρήσεις, γέννησαν ένα πρόβλημα που υφίσταται μέχρι και σήμερα. Τώρα που η νέα ΕΓΠ είναι υπό διαπραγμάτευση, η Φερέρ επιμένει: η Ενιαία Γεωργική Πολιτική της Ε.Ε. πρέπει να ευθυγραμμιστεί με τους στόχους της Οδηγίας-Πλαίσιο για τα Ύδατα. Η επίτευξη μίας βιώσιμης γεωργίας αποτελεί κόμβο στην αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής”.


Του Μανέλ Ντομίνγο Μαρτί
Euronews

Μώμος

MSc Ακτινοφυσικής Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών Φυσικός - Αρθρογράφος Δείτε όλα τα άρθρα εδώ.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

Translate :