Η επίδραση της διατροφής στο σώμα και την ψυχή.

Όσο λιγότερη η κατανάλωση ζωικών προϊόντων, τόσο χαμηλότερος ο δείκτης μάζας σώματος αλλά και λιγότερη εξωστρέφεια. Αυτό είναι το αποτέλεσμα της μελέτης μεγάλης κλίμακας που πραγματοποιήθηκε στο MPI CBS. Δεν επιβεβαιώθηκε σημαντική συσχέτιση με καταθλιπτικές τάσεις, όπως διαπιστώνουν άλλες μελέτες.

Η έρευνα

Σχετική έρευνα του Ινστιτούτου του Άλενσμπαχ παρουσίασε ότι περισσότεροι από 6,1 εκατομμύρια Γερμανοί δήλωσαν χορτοφάγοι για το έτος 2019. Το νούμερο αυξήθηκε κατά 400.000 τα τελευταία δύο χρόνια. Η μελέτη μεγάλης κλίμακας του Ινστιτούτου Μαξ Πλανκ για την Ανθρώπινη Αντίληψη και τις Επιστήμες του Εγκεφάλου (MPI CBS) σε συνεργασία με το Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο της Λειψίας εξέτασε 9.000 άτομα, αναζητώντας την επίδραση της διατροφής στο σώμα και την ψυχή, ανεξαρτήτως ηλικίας, φύλου και μορφωτικού επιπέδου.

Διαπιστώθηκε ότι όσο πιο αραιά εμφανίζεται η ζωική τροφή στη διατροφή ενός ατόμου, τόσο χαμηλότερος είναι ο δείκτης μάζας σώματος (ΔΜΣ) κατά μέσο όρο και συνεπώς το σωματικό τους βάρος. Ένας λόγος για αυτό θα μπορούσε να είναι το χαμηλότερο ποσοστό βαριά επεξεργασμένων τροφίμων που περιλαμβάνουν οι vegan και vegetarian δίαιτες.

“Τα προϊόντα που είναι πλούσια σε λίπη και σάκχαρα είναι ιδιαίτερα παχυντικά. Διεγείρουν την όρεξη και καθυστερούν τη χόρταση. Οι χορτοφαγικές δίαιτες περιλαμβάνουν λιγότερα τέτοια προϊόντα κατά μέσο όρο”, εξηγεί η Έβελιν Μένταγουορ, βασική συγγραφέας της δημοσίευσης στο περιοδικό Nutrients. Επιπλέον, οι χορτοφαγικές διατροφές είναι πλούσιες σε διαιτητικές ίνες και έχουν θετική επίδραση στο μικροβίωμα του εντέρου. Γι αυτό μερικά φυτικά γεύματα μας χορταίνουν γρηγορότερα από ότι οι ζωικές τροφές. “Όμως οι άνθρωποι με χορτοφαγική δίαιτα απορροφούν συνήθως λιγότερη ενέργεια”, προσθέτει η Μένταγουορ. Η απορρόφηση λιγότερης ενέργεια σε συνδυασμό με την αυξημένη αίσθηση χόρτασης των χορτοφάγων και τον τρόπο ζωής τους – όπως περισσότερη άθληση και μεγαλύτερη ευαισθητοποίηση σε θέματα υγείας – είχαν κομβική σημασία στην εξέλιξη της έρευνας.

Διατροφή και ΔΜΣ

Στο Δείκτη Μάζας Σώματος παίζει μεγάλο ρόλο το είδος των ζωικών προϊόντων που καταναλώνει το άτομο. Τα λεγόμενα πρωτογενή ζωικά προϊόντα – όπως το κρέας, το λουκάνικο, τα ψάρια – ακολουθούνται από υψηλότερο ΔΜΣ, σε σχέση με τα δευτερογενή ζωικά προϊόντα – όπως αυγά, γάλα, γαλακτοκομικά προϊόντα, τυρί και βούτυρο – και ο συσχετισμός είναι στατιστικά σημαντικός.

Η Μένταγουορ χρησιμοποιεί ένα παράδειγμα για να δείξει τι θα μπορούσε να σημαίνει το παραπάνω για τη διατροφή: “Ένα άτομο με 1,2% χαμηλότερο ΔΜΣ από το μέσο όρο, είτε αποφεύγει εντελώς ορισμένα ζωικά προϊόντα, όπως τα πρωτογενή, δηλαδή έχει μία δίαιτα vegeterian, ή συνεχίζει να τρώει κρέας και ψάρια αλλά λιγότερο συχνά. Από τα δεδομένα δεν μπορεί να προσδιοριστεί το αν τελικά η διατροφή είναι η αιτία χαμηλότερου σωματικού βάρους ή εάν άλλοι παράγοντες είναι πιο υπεύθυνοι για αυτό.

Διατροφή και προσωπικότητα

Οι ερευνητές ανακάλυψαν ότι η διατροφή έχει αντίκτυπο και στην προσωπικότητα. Ειδικά στην εξωστρέφεια, έναν από τους πέντε βασικούς παράγοντες της ανθρώπινης προσωπικότητας. Αποδείχθηκε ότι τα άτομα με vegan ή vegetarian διατροφή είναι πιο εσωστρεφή από εκείνα που τρέφονταν κυρίως με ζωικά προϊόντα. “Είναι δύσκολο να πούμε για ποιο ο λόγο γίνεται αυτό. Θα μπορούσε να οφείλεται στο γεγονός ότι πιο εσωστρεφείς άνθρωποι τείνουν να έχουν πιο περιοριστικές διατροφικές συνήθειες ή ακόμα και στο ότι είναι κοινωνικά διαχωρισμένοι λόγω των διατροφικών τους συνηθειών. Θα πρέπει να ακολουθήσουν μελέτες σχετικές με το πως και πόσο ταυτίζονται οι άνθρωποι με τις διατροφικές τους συνήθειες”, προσθέτει η Βερόνικα Γουίτ.

Ωστόσο, δεν επιβεβαιώθηκε το ότι η χορτοφαγική διατροφή σχετίζεται με μια τάση για νευρωτική συμπεριφορά, όπως συμπεραίνουν παλαιότερες μελέτες. “Παλαιότερες αναλύσεις είχαν διαπιστώσει ότι περισσότεροι οι νευρωτικοί άνθρωποι είναι αυτοί που αποφεύγουν συγκεκριμένες κατηγορίες τροφίμων και συνηθίζουν να συμπεριφέρονται πιο περιοριστικά. Εστιάσαμε σε διατροφές που αποφεύγουν ζωικά προϊόντα και δεν εντοπίσαμε σημαντική συσχέτιση”, εξηγεί η επικεφαλής της μελέτης Βερόνικα Γουίτ.

Διατροφή και κατάθλιψη

Στο τρίτο μέρος, η έρευνα επικεντρώθηκε στο ερώτημα εάν οι χορτοφαγικές διατροφές συνδέονται με καταθλιπτικές τάσεις. Προηγούμενες μελέτες είχαν εντοπίσει σημαντική σχέση μεταξύ των δύο παραγόντων. “Δεν μπορέσαμε να εντοπίσουμε σημαντική συσχέτιση“, μας ενημερώνει η Γουίτ. “Είναι πιθανό τα στοιχεία από προηγούμενες αναλύσεις να έδιναν θολά αποτελέσματα. Παράγοντες όπως ο ΔΜΣ και τα εμφανή χαρακτηριστικά της προσωπικότητάς μας είναι ήδη γνωστό ότι σχετίζονται με την κατάθλιψη, αλλά όχι η χορτοφαγική διατροφή. Στην έρευνά μας συνυπολογίστηκαν όλα”, δήλωσε η Γουίτ εξηγώντας τη διαφορά των αποτελέσματα. Σημειώνεται ότι η φυτική διατροφή είναι πλέον συνήθης, αποδεκτή και δεν περιορίζεται σε μια μικρή ομάδα ανθρώπων.

Οι επιστήμονες διερεύνησαν τις παραπάνω συσχετίσεις στο project LIFE. Το project περιλαμβάνει μια ευρεία μελέτη σε συνεργασία με το Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο της Λειψίας. Μέσω ερωτηματολογίων εντοπίστηκαν οι προσωπικές δίαιτες των συμμετεχόντων, απαντώντας στο πόσο συχνά κατανάλωσαν ζωικά προϊόντα του τελευταίους 12 μήνες. Τα χαρακτηριστικά της προσωπικότητάς τους όπως η εξωστρέφεια και ο νευρωτισμός εκτιμήθηκαν μέσω του “αποθέματος προσωπικότητας” (NEOFFI), ενώ η κατάθλιψη αξιολογήθηκε μέσω του τεστ CESD, ενός ερωτηματολογίου που καταγράφει τα καταθλιπτικά συμπτώματα.

Μώμος

MSc Ακτινοφυσικής Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών Φυσικός - Αρθρογράφος Δείτε όλα τα άρθρα εδώ.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

Translate :