Γράφει ο Στέλιος Δρίτσας, Γεωπόνος, Μεταπτυχιακός φοιτητής Περιβαλλοντικής Πολιτικής και Κλιματικών Σπουδών στο Wageningen University & Research

Σε ρυθμούς COP27 (συνδιάσκεψης του ΟΗΕ για το κλίμα) στην Αίγυπτο ίσως είναι μια καλή ευκαιρία να μιλήσουμε για τις συζητήσεις γύρω από το κλίμα. Οι συζητήσεις που κάνουμε, λοιπόν δεν είναι αθώες. Δεν υπάρχει, παρα σπάνια στον σύγχρονο κόσμο, μόνο άσπρο και μόνο μαύρο. Δεν υπάρχει, παρά, πολύ σπάνια, η αντικειμενική καθαρή αλήθεια. Αυτό το άρθρο προφανώς δεν είναι ένα άρθρο για την επιστημολογία και τον καθαρό λόγο, απλά θέτει αυτές τις προτάσεις στο πλαίσιο του να κατανοηθεί πόσο σημαντικό είναι το θεματικό πλαίσιο γύρω από ένα διάλογο και μια συζήτηση. Η πλαισίωση (framing) στον δημόσιο λόγο είναι μια διαδικασία που έχει αναλυθεί εκτενώς τα τελευταία χρόνια και σε πολλούς διαφορετικούς τομείς. Σκοπός αυτού του άρθρου λοιπόν είναι να μιλήσει, πιο συγκεκριμένα για την πλαισίωση της κλιματικής κρίσης.

Γενικότερα οι συζητήσεις γύρω από περιβαλλοντικά ζητήματα διαμορφώνονται και από τους παρατηρητές τους και από αυτούς που άμεσα εμπλέκονται και ανταλλάσσουν επιχειρήματα, σχεδόν μάλιστα, στον ίδιο βαθμό όπως έχει αποδειχθεί. Τις τελευταίες δεκαετίες ένα πολύ χαρακτηριστικό παράδειγμα για αυτό είναι πως από την μεγάλη εικόνα γύρω από την κλιματική αλλαγή το focus που κυριάρχησε περισσότερο μετατοπίστηκε σε επιμέρους ζητήματα. Οι βαθύτερες αιτίες της κρίσης αφέθηκαν απέξω και η πολύ μεγάλη πλειοψηφία των συζητήσεων συγκεντρώθηκε γύρω από την μείωση των αποτυπωμάτων στο περιβάλλον συγκεκριμένων προϊόντων η καταστάσεων.  Πως όμως αυτή η μείωση της κλίμακας τελικώς διαμόρφωσε τα επιχειρήματα και τα αντεπιχειρήματα των συζητήσεων γύρω από τα αποτυπώματα ενός προϊόντος ή ενός ατόμου και απεγκλώβισε από τις ευθύνες τους, τους τελικώς υπαίτιους της κρίσης;

Πέντε στιγμές στον χρόνο

Σε αυτό το ταξίδι αλλαγής της πλαισίωσης της συζήτησης είναι εύκολο να αναγνωριστούν πέντε σημαντικές στιγμές. Μπορούμε να αναγνωρίσουμε σίγουρα στο συνέδριο του Ρίο (1992) και την δημοσίευση του Brundtland report την αρχή της σύγχρονης συζήτησης για τον κόσμο της υπερθέρμανσης του πλανήτη (τότε) και την αρχή της συζήτησης για την αειφόρο ανάπτυξη. Ο περίφημος ορισμός αυτής, για την ανάπτυξη “που ικανοποιεί τις ανάγκες του παρόντος χωρίς να διακυβεύει την ικανότητα των μελλοντικών γενεών να ικανοποιήσουν τις δικές τους ανάγκες”, αλλά και συνολικά το συνέδριο που έφερε στο προσκήνιο τα ορυκτά καύσιμα, σαν κύρια αιτία της κρίσης είναι η αρχή μια συζήτησης που ξεκινά τουλάχιστον, από το δάσος. Συνεχίζει όμως τη δεκαετία του 90 και στις αρχές του 2000 όσο περισσότερο ΄γίνετε στα δέντρα.

Στρατιές δημοσιοσχετιστών αναλαμβάνουν να τονίσουν την αβεβαιότητα γύρω από τις επιστημονικές προβλέψεις και σε ένα άλλο σημαντικό στιγμιότυπο αυτής της περιπέτειας, αμέσως μετά το Κιότο και την διαφαινόμενη αρχικά νίκη του Al Gore στις προεδρικές εκλογές του 2000 το Cato Institute κυρίως, αναλαμβάνει να ανατρέψει την διαδεδομένη στη δεκαετία του 90 έννοια της υπερθέρμανσης του πλανήτη στην πιο γλυκιά (sic) “κλιματική αλλαγή”, τονίζοντας μάλιστα τον πάντα αβέβαιο χαρακτήρα της λέξης αλλαγή. Κάπου εκεί (το 2003) η BP εφευρίσκει την ιδέα του ανθρακικού αποτυπώματος που μετατοπίζει πλήρως πλέον τη συζήτηση από το δάσος στα δέντρα, τα προϊόντα ή τα άτομα δηλαδή, αποκρύπτοντάς τις βαθύτερες αιτίες.

Αυτή η επιτυχία μιας 15ετίας σχεδόν μάρκετινγκ απέναντι στην προσήλωση στο δάσος σε διεθνές επίπεδο πρακτικά έφερε και μια δεκαετία απλώς συζητήσεων επι συζητήσεων χωρίς κανένα μα κανένα πρακτικό αντίκρισμα. Από την αποχώρηση του Καναδά πρώτα και μετά όλων των υπολοίπων από τη συμφωνία του Κιότο το 1998 μέχρι το 2015 πρακτικά δεν έχουμε κανένα προχώρημα σε διεθνές επίπεδο συλλογικής δράσης απέναντι στην κλιματική κρίση. Ίσα ίσα έχουμε παρα πολλές αποτυχίες συμφωνιών, με σημαντικότερες αυτή της Κοπεγχάγης το 2009 και του Κανκούν την επόμενη χρονιά.

Το 2015 όμως, η αλήθεια είναι ότι εντελώς απρόσμενα, κυρίως λόγω της τακτικά πανέξυπνης επιμονής των μικρών νησιωτικών κρατών έχουμε συμφωνία που κοιτάει το δάσος και με συγκεκριμένα επιστημονικά δεδομένα. Αναγνωρίζει πλέον μάλιστα, τον χαρακτήρα της κρίσης που έχει πάρει το πρόβλημα μετά από σχεδόν 20 χρόνια ακινησίας. Η συμφωνία του Παρισιού ήταν λοιπόν, μια συμφωνία με συγκεκριμένα βήματα που το 2030 πιθανότατα θα μας έδινε την πρώτη ελπίδα ότι θα μπορούσαμε να διαχειριστούμε αυτή την κρίση και ήταν μια συμφωνία που προέκυψε από μια συζήτηση που εστίασε στο δάσος. Το τελευταίο όμως σημείο δεν είναι τόσο ευοίωνο και είναι ο κόσμος ας πούμε μετά από το 2016.

Ο κόσμος όχι απαραίτητα του Τραμπ και των συνοδοιπόρων του, αλλά σίγουρα ένας κόσμος οπού γεννά τέτοιου είδους χαρακτήρες. Ένας κόσμος που η αλήθεια δεν έχει σημασία και η ισχύς του επιχειρήματος όσο ποτέ άλλοτε επαφίεται στην ισχύ του φορέα του. Ένας κόσμος λοιπόν που σίγουρα δεν άφησε αυτή την ελπίδα που θα μπορούσε να μας δώσει η συμφωνία των Παρισίων να αναπτυχθεί αλλά και ένας κόσμος που κάνει την πλαισίωση της συζήτησης πιο σημαντική σίγουρα από το περιεχόμενο της συζήτησης αλλά ίσως πιο σημαντική και από την ίδια τη διαδικασία του διαλόγου.

Η πλαισίωση μια αναμενόμενης καταστροφής

Σε ένα τέτοιο πλαίσιο προφανώς υπάρχουν και φωνές που χρησιμοποιούν την κλιματική κρίση σαν μια δικαιολογία της αδράνειας τους. Στη διεθνή βιβλιογραφία όλο και περισσότερο χρησιμοποιείται ο όρος της Kasia Paprocki περί “αναμενόμενης καταστροφής” (anticipatory ruination). Ένας όρος που τελικώς περιγράφει ακριβώς αυτό που αναφέραμε. Δηλαδή πως οι απαντήσεις στην κλιματική κρίση πολλές φορές τείνουν να κάνουν την κατάστασή χειρότερη. Ακριβώς γιατί η αφήγηση τους είναι μια αφήγηση γεγονότων και σεναρίων που οδηγούν στην καταστροφή και η αποφυγή αυτής είναι αδύνατη. Για παράδειγμα σε περιοχές με μεγάλο ρίσκο φωτιάς λόγω των πυρομετεωρολογικών συνθηκών επικρατεί πολλές φορές μια λογική του τύπου «και τι να κάνουμε αφού θα καούν έτσι και αλλιώς.». Αυτό για παράδειγμα στην Ελλάδα είναι πολύ συχνό φαινόμενο με την αφήγηση για τη χαλέπιο πευκη και την όντως μεγαλύτερη τάση της, σε σχέση με αλλά είδη να καίγεται. Ναι πράγματι η χαλέπιος πευκη λοιπόν είναι ένα δέντρο «εμπρηστής» αλλά που είναι ο σχεδιασμός εκείνος για την επαναφορά μιας μεγαλύτερης δασικής μεσογειακής ποικιλομορφίας. Ειδικότερα όχι τόσο εντός δασικών περιοχών αλλά στις ζώνες μεταξύ περιαστικών και δασικών περιοχών τουλάχιστον.

Οι αφηγήσεις για την κλιματική αλλαγή πολλές φορές λοιπόν μέσα από την αίσθηση κινδύνου και καταστροφής που φέρνουν, μπορεί να έχουν αντίθετα αποτελέσματα από το να σημάνουν συναγερμό στους υπευθύνους και τους πολίτες. Αυτό το φαινόμενο, όπου τα σενάρια τελικώς επιτελούν διαφορετικό σκοπό και οδηγούν σε κακή προσαρμογή η απαντήσεις,  γίνετε όλο και πιο εμφανές ανά τον κόσμο. Για να δώσουμε ακόμα ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα ώστε να γίνει κατανοητή αυτή η θεματική πλαισίωση. Μια τέτοια αφήγηση είναι εκείνη που θεωρεί λογική την αλλαγή της δασικής χρήσης σε καλλιέργειες αμπελιών για παράδειγμα γιατί με αυτό τον τρόπο θα είναι λιγότερο ευαίσθητα σε μια πυρκαγιά που θα έρθει αναγκαστικά τα επόμενα χρόνια.

Πέρα από αυτό όμως η κλιματική κρίση αποκτά και χαρακτηριστικά θεϊκά και υπερφυσικά με σκοπό πολλές φορές αυτή ακριβώς την δικαιολόγηση της αδράνειας. Τέτοια χαρακτηριστικά αναπτύσσονται σε αφηγήσεις που θεωρούν μια καταστροφή προερχόμενη από την κλιματική κρίση σαν μια καταστροφή μη αναστρέψιμη ακριβώς λόγω του στοιχείου ότι προέρχεται από την κλιματική κρίση. Είναι το γνωστό πάλι επιχείρημα δικαιολόγησης των καλοκαιρινών πυρκαγιών ήδη από τον Μάρτιο με την επωδό ότι μας περιμένει δύσκολο καλοκαίρι. «Εμείς κάναμε ότι μπορούσαμε αλλά η κλιματική κρίση είναι υπεράνω μας.»

Αυτό το επιχείρημα έχει δύο βασικά ζητήματα. Ένα, το ζήτημα της συμμετοχής στην δημιουργία της κλιματικής κρίσης. Η κλιματική κρίση δεν ήρθε σαν μια θεϊκή παρέμβαση. Είναι ανθρωπογενής και πολύ παραπάνω συμμετοχή σε αυτή έχουν τα πλούσια δυτικά κράτη και οι πολίτες τους. Μάλιστα το ζήτημα σε αυτό είναι ότι ακόμα και σήμερα στην πραγματικότητα παρά της συμφωνία του Παρισιού για παράδειγμα ελάχιστα είναι αυτά στην πραγματικότητα που κάνουμε για να μετριάσουμε τις επιπτώσεις της.

Δεύτερο ζήτημα είναι ότι ένα τέτοιο επιχείρημα μπορεί να θεωρηθεί ορθό μόνο εφόσον έχουν γίνει όλες οι απαραίτητες ενέργειες για τον μετριασμό της καταστροφής και την μείωση του ρίσκου εμφάνισης της καταστροφής. Πράγμα που προφανώς, ειδικά στη χώρα μας γίνετε στο ελάχιστο, μιας και η χώρα ειδικά στο κομμάτι της προσαρμογής στην κλιματική κρίση και της μείωσης της τρωτότητας της στις προκλήσεις της κάνει ελάχιστα πράγματα. Ίσως και το ελάχιστα, μάλιστα να είναι υπερβολή.

Για να επικεντρώσουμε την προσοχή μας

Το ζήτημα με την πλαισίωση της κλιματικής κρίσης και από ποιον φακό κάποιος επιχειρηματολογεί στις συζητήσεις γύρω από αυτή, έχει δύο βασικούς στόχους από την μία αλλά και δύο ακόμα βασικές συνέπειες από την άλλη. Οι στόχοι σε μια θεματική πλαισίωση είναι η εστίαση σε κάτι συγκεκριμένο άρα κατ’ επέκταση ο αποπροσανατολισμός από κάτι άλλο, συνήθως από τις βαθύτερες αιτίες ή από την μεγάλη εικόνα και η επίρριψη η αποποίηση ευθυνών. Αυτό δεν σημαίνει ότι είναι πάντα προς το συμφέρον του ενός η του άλλου. Και τα περιβαλλοντικά κινήματα για παράδειγμα δημιουργούν ένα συγκεκριμένο πλαίσιο για να επικοινωνήσουν το σκοπό τους αλλά και από την άλλη μια πολυεθνική δημιουργεί ένα συγκεκριμένο πλαίσιο για να αποποιηθεί τις ευθύνες της.

Οι συνέπειες όμως είναι αυτές που πρέπει να μας ενδιαφέρουν και να μένουν πάντα στο κάδρο της συζήτησης. Από την μια πρέπει να κατανοηθεί το μέγεθος της κρίσης και αντίστοιχα το επείγον αυτής. Η κλιματική κρίση είναι κάτι που απειλεί τον πολιτισμό. Αυτό είναι το μέγεθος της. Η κρίση αυτή μπορεί να τελειώσει αυτό που ονομάζουμε ανθρώπινες κοινωνίες μια για πάντα και αυτό δυστυχώς δεν έχει κάποιο πλαίσιο γύρω του. Είναι ίσως ένα από τα ελάχιστα πραγματικά απόλυτα γεγονότα των ημερών μας. Το δεύτερο είναι το επείγον που πρέπει να κατανοηθεί. Η κλιματική κρίση είναι εδώ και στο τώρα, δεν είναι κάτι από το μέλλον. Δυστυχώς πολύ φανερά πλέον, τα περισσότερα επιστημονικά μοντέλα υπερεκτίμησαν τον χρόνο που μπορούσαμε να είχαμε για την αναστροφή ιδιαίτερα σημαντικών συνεπειών. Για αυτό άλλωστε πλέον, άλλη μια μεταλλαγή της επικέντρωσης των συζητήσεων προσανατολίζεται συνεχώς από την αναστροφή των συνέπειων στην διαχείριση τους με ότι αυτό συνεπάγεται.

Οι πλημμύρες στην Κρήτη, οι φωτιές του καλοκαιριού του 2021 και σε πιο μεγάλη κλίμακα η πλήρη κατάρρευση της κάλυψης της Γροιλανδίας από πάγο είναι κάποια πράγματα που συμβαίνουν στο τώρα, το 2022. Επίσης η δεύτερη συνέπεια, που ναι μεν μπορεί να φαίνεται πιο ηθική αλλά στην πραγματικότητα είναι ζήτημα πολιτικής οικονομίας είναι η λογοδοσία και η επίρριψη ευθυνών. Γιατί πρέπει να κατανοηθεί ότι η κλιματική κρίση είναι επείγουσα αλλά είναι και ζήτημα του παρελθόντος. Το ποιος φταίει για αυτή και το πως δημιουργήθηκε είναι πέρα για πέρα ζήτημα που αφορά την οικονομία και τις κοινωνίες μας. Γιατί το ποιος θα πληρώσει για αυτή είναι συνέπεια της βαθιάς ανισότητας του σύγχρονου κόσμου και του πόσο περισσότερο ευάλωτες είναι οι φτωχές και αδύναμες κοινότητες.

Για αυτό λοιπόν σε κάθε θεματική πλαισίωση, σε κάθε προσπάθεια αποπροσανατολισμού είναι πολύ σημαντικό στην τελική να έχουμε αυτές τις δύο συνέπειες της συζήτησης στο μυαλό μας, εφόσον θέλουμε να πλοηγηθούμε στην εποχή της κλιματικής κρίσης και να επιβιώσουμε από αυτή την πλοήγηση. Το επείγον, την κατάσταση συναγερμού και το ποιος τελικώς έχει την ευθύνη για την κλιματική κρίση.

Χωρίς σχόλια
Σχόλια σε: Η θεματική πλαισίωση της κλιματικής αλλαγής

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.